Σημέρα η μέρα μας θα είναι και πάλι λογοτεχνική αγαπητοί και αγαπημένοι μου αναγνώστες.
Μετά της Πανελλαδικής και πανβαλκανικής επιτυχίας που είχε το Chapter ουάν, και που βεβαίως συμβάλλατε και εσείς ,συμμεριζόμενη την αγωνία σας αποφάσισα να σας αποστείλω την συνέχεια του Λουτσιάνου αποσπασματικά από το ίδιο βιβλίο που υπενθυμίζω ΔΕΝ έχω γράψει εγώ.
Δάφνη
………………………………………………….. ( μετά από κάποια κεφάλαια-χρόνια)
Επαρήγγειλα εκ των έξω και εφάγαμε όλοι ως μικρά παιδιά, μετά των δαχτύλων, χωρίς την παραμικράν ντροπήν ετεμαχίζαμε το κοτόπουλον και ετραβάγαμεν τας πέτσας, τα στόματά μας είχον γίνει γυαλιστερά εκ της λίγδας – εσκάσαμεν. 'Ηπιαμε και πολύ.
Ξαφνικά ο Όμηρος ήλθε εις εν κέφι απίστευτον και ήρξατο μιμούμενος τους πάντες, ηθοποιούς, τραγουδιστάς, βουλευτάς. Κατόπιν η Σοφία ήνοιξε την τηλεόρασιν, εμείς είχομεν αντίρρησιν, αλλά είπε «Θα βάλω εκείνο το κανάλι με τα βίντεοκλιψ βιντεοκλίπ», και είχε μίαν νεαράν τραγουδίστριαν ενδεδυμένη μόνον με τα απαραίτητα, η οποία ετραγούδα κάτι ενθουσιώδη ποπ τραγούδια, κι ύστερα εις άλλος νέος τραγουδιστής είπε και αυτός κάτι παρόμοιον χαρούμενον ποπ, και ξάφνου ήκουσα κάτι γνωστόν...
'Ητο η εισαγωγή από μίαν Θεσπεσίαν μελωδίαν, κάπου την ήξευρα, ήρχετο εις το μυαλό μου ως εκ του μακρόθεν και αρχικώς ενόμισα πως ήτο από ταινία τινά, αλλά δεν ηδυνάμην να Θυμηθώ, το κρασί με είχεν βαρέσει χτυπήσει σφοδρώς, και τότε είπεν η Σοφία «Αχ, να το, μεγάλη επιτυχία αυτό το τραγούδι». Και είδον τον τραγουδιστήν, ο οποίος κάτι μου ενεθύμιζε. Ήτο κοντός, όχι πολύ, αλλά και ψηλόν δεν Θα τον έλεγες, και αρκούντως αδύνατος. Είχε εν μικρόν μουστάκιον άνωθεν του στόμάτος και μαλλί μακρύ έως τους ώμους. Εφόρει μαύρο πάντελόνι που εγυάλιζε, εν κίτρινο καναρινί υποκάμισον που έφεγγε και εν σακάκι πράσινο που ελαμπύριζε. Έπαιζε δε εις το κλαρίνον μίαν θεσπεσίαν μουσιχήν εισαγωγήν – το μόνον καλό εις την όλη εικόναν. Ξάφνου εσταμάτησε, είπε: «Γιορ ατένσιον, πλιζ, να απαγγείλω τον καημό της αγάπης...» – και εγώ μόνον τότε ηδυνήθην να διαβάσω αυτό που ενεφανίσθη εις το κάτωθεν της οθόνης, «Τορ 10 – Νο 4, Λουτσιάνο, "0n the beach" ("0 kaimos tis agapis")», και τότε ενεθυμήθην...
Θεέ μου, πρέπει να ήτο ο υιός του Λουτσιάνο! 'Οχι πρέπει, σίγουρα! Του ομοίαζε πολύ. 'Ιδιες κινήσεις, το κλαρίνον, ακόμη και εκείνο το νευρικό τικ εις το στόμα να σαλιώνει πάντοτε τα χείλη του λόγω του πνευστού, το χαμόγελο, το κλείσιμο του ομματιού στο κοινό και, τέλος, το ντύσιμο! Ο υιός Λουτσιάνο δεν έπαιζε προς στιγμήν, το μουσικό κομμάτι του πατρός του ηκούγετο ως μπακγράουντ μπαγκράουντ και ο υιός απήγγελλε περιπαθώς, αλλά με αθλίαν προφοράν, το δράμα που αφηγείτο τότε ο πατήρ του εις την ιταλικήν, τώρα όμως εις την αμερικανικήν του εκδοχήν διά ευνοήτους λόγους μάρκεντινγκ μάρκετιγκ, ως εξής:
Γιου γουέρ γουόκινγκ ον δε μπιτς
Ως για να με συναντήσεις
Και σου είπα εγώ «Τι κιτς!»
Πριν προλάβεις να μιλήσεις...
Τότε έθεσε εις τα γυαλιστερά χείλη το κλαρίνον, ηκούσθη εκ νέου μία Θαυμάσια –είναι αλήθεια– εκτέλεσις του κομματιού, μετά παύσις και συνέχεια της απαγγελίας:
Κι άρχισε μισαντερστάντιγκ
Γιατί νόμισες πω ς είπα
για τα ρούχα που φορούσες
κ αι όπως κείθε γιου γουέρ στάντιγγ
Και στα μάτια με κοιτούσες
Κλάμα ξάφνου γιου γουέρ στάρτιγκ...
«Είναι επιτυχία αυτό;» ρώτησα τη Σοφία, αλλά εκείνη έδειχνε συνεπαρμένη και μου έκανε «Σσς, σσς, πάψε ν' ακούσουμε» -και συνεμορφώθην προς την υπόδειξίν της.
λοιπόν τώρα το μουσικό Θέμα του κλαρίνου είχε γίνει ολίγον πιο ποπ, και ηκούγοντο και άλλα όργανα, μαράκες, τούμπες, ρούμπες και τα συμπαρομαρτούντα, και τότε ο υιός καλλιτέχνης απήγγειλε το τελευταίο κομμάτι ^
Και σου είπα «Είσαι σίλι
Να ορκιστώ και σε καντήλι;
Είσ' η αγάπη μου η μεγάλη!
Το κορμί σου Θα με στείλει
Το φιλί σου είναι χοτ τσίλι
Σ' αγαπώ, δεν έχω άλλη!».
Κι ύστερα συνεπλήρωσε ομιλών: «Εντ νάου δε στόρι άι τολντ του γιου, γουιθ μιούζικ», οπότε ήρχισε η επανεκτέλεσις του κομματιού. Το κυρίαρχον όργανον ήτο μεν το κλαρίνον, αλλά ο ενορχηστρώσας είχε προσθέσει πέριξ του πολλά όργανα και το όλο αποτέλεσμα ηκούγετο πάρα πολύ γεμάτο. Φυσικά εκυριαρχούσε το μουσικό Θέμα που κάποτε είχα ακούσει εις το πανηγύρι, όταν ήμην μικρός, αλλά τώρα το ήκουγα εις διάφορας εκτελέσεις, πιο αργό, πιο γρήγορο - η Σοφία εξήγησε ότι εγίνετο από σλόου σε ντανς κι ότι αυτό το μουσικό είδος που ακούγαμε ελέγετο «ρέ-μιξ» .
No comments:
Post a Comment