Sunday, February 25, 2007

Chapter Τού: Ο Διοικητής του ΙΚΑ

Σήμερα το λοιπόν θα ήθελα να επιστήσω την προσοχή των πολυαγαπημένων μου αναγνωστών στο ζήτημα της μοιχείας εν Ελλάδι, εν έτη 2007, με αφορμή τον συγχωρεμένο διοικητή του ανεπανάληπτου αυτού ασφαλιστικού ιδρύματος με τις πιο extra LARGE περιπτώσεις γραφειοκοκρατείας worldwide. Αλλά εκτρέπομαι. Θα αφιερώσω άλλο chapter στα ιδρύματα γενικότερα. (αγαπημένο θέμα).
Μια φίλη μου έστειλε ένα ποιηματάκι που κυκλοφορεί ευρέως αυτές τις μέρες στο διαδύκτιο και στα κινητά (κυρίως σε target audience περί τα 40-50+).
Του ΙΚΑ ο διοικητής
έπεσε στο καθήκον
γιατί κολλούσε ένσημα
στην γκόμενα κατ’ οίκον

Κι έσκασε μύτη ο άντρας της
τον έπιασαν στα πράσα
και τώρα τον διαβάζουνε
παπάδες με τα ράσα.

Αν έχεις την καρδιά ζεστή
Κι ανήσυχο το πέος να
δεις για πότε γίνεσαι
Και συ Βαρθολομαίος


Μεγάλο ξεσάλωμα...αναγνωστικό μου κοινό. Και ευθύς το μυαλό μου ανέτρεξε, με τουτή την σπαρταριστική greek humour--μαυρίλα σε κάτι που είχα διαβάσει στην κυριακάτικη ελευθεροτυπία σε μια αγαπημένη στήλη:


ΥΓ Δεν με σοκάρει που ένας 66χρονος διοικητής έχει δεσμό με μια 47χρονη εργαζόμενη. Αντίθετα, το βρίσκω δείγμα ζωντάνιας και για τους δύο.Δεν με σοκάρει που και οι δύο είναι παντρεμένοι. Τα ένστικτα και οι ανάγκες των ενστίκτων δεν παντρεύονται. Και δεν προσβάλλουν, εφόσον διατηρούν τη σχέση τους μεταξύ τους και δεν τη διατυμπανίζουν.

Δεν με σοκάρει που ο απατημένος σύζυγος πάει να ζητήσει το δίκιο του. Αντίθετα, το βρίσκω πολύ φυσιολογικό και απορώ με τη φυσική του δειλία να περιμένει μισή ώρα, αντί να μπουκάρει μέσα, όπως το λέει ο λαός. Δεν με σοκάρει η βιαιοπραγία και ο θάνατος. Τα θεωρώ φυσικά επακόλουθα ενός πάθους, που λέγεται προσωπικότητα και ερωτική πράξη. Καταδικαστέα, αλλά φυσικά.

Εκείνο που με σοκάρει είναι ότι μια γυναίκα ακούει δύο άντρες να πλακώνονται γι' αυτήν και, αντί να βγει να τους χωρίσει, μένει κρυμμένη πίσω απ' την πόρτα της, μοιραία, άβουλη, δειλή, μικρή, απούσα και ανεύθυνη. Και για τους δύο.

Εκείνο που με σοκάρει είναι που και μετά δεν έχει βρει ούτε κουβέντα αγάπης να ξεστομίσει για κανέναν από τους δύο, που τη ζωή τους χάλασαν για κείνη. Παρά, κρυμμένη πάλι από δικαιολογίες, τον εαυτό της μόνο πάει να βγάλει απ' την ευθύνη. Α

αδικος θάνατος, άδικο έγκλημα, άδικος διασυρμός. Για το Τίποτα.

(Γ. Παπαδόπουλος Τετράδης tetradis@enet.gr. -ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΗ - 18/02/2007)

Αναμένω με ανυπομονησία την κινηματογραφική μεταφορά του σεναρίου, όπως αυτό του 'Εγώ ο Άγγελος που σκότωσα τον εραστή μου΄

Τώρα που είπα 'ΆΓΓΕΛΟΣ", επισκέφτηκα το ξανθιώτικο καρνάβαλι. Ήταν ομολογουμένως πολύ σέξυ. Με τόσες κουκλάρες ξέκωλες τραβεστί θα ζήλευε και η Χελουδάκη. Κάθε χρόνο παρατηρώ στα 'καρναβάλια' όλο και περισσότερες version απο τραβεστι (καλόγριες, νοσοκόμες, χήρες, διανοούμενες...)

Μια πολύ καλή ευκαιρία να μεταμορφώνεται η ελληνική επαρχία σε συγγρού. 'ΤransGreece"

Friday, February 23, 2007

Chapter Ουάν: Λουτσιάνο

Αναγνωστικόν μου κοινό, λοιπόν,
Όπως βέβαια θα γνωρίζεται, καθότι γραμματιζούμενοι άνθρωποι ούλοι σας και εγώ μια ταπεινή βιβλιοθηκάριος, οι τίτλοι δεν κάνουν το παπά τόσο μάλλον τα ράσα. Δι’ αυτόν τον λόγο σας επισυνάπτω (attach) απόσπασμα εκ του βιβλίου που πρόσφατα εφρόντισα να προμηθευτώ, να το διαβάσετε να ξεστραβωθείτε δια να σας αποκαλώ οριτζινάλε αναγνωστικόν κοινό. Να διευκρινίσω δε, ό τ ι δ ε ν το έγραψα εγώ διότι αμα το έγραφα εγώ θα το έστελνα στον Πατάκη συστημένο (επί αποδείξη μη χαθεί κιόλας) κι ούχι σε εσάς. Το έγραψε ο Ατσέριος Τσίκράς (Το χρονικό ενός αδικημένου ποιητή). Τώρα όταν εγγράψει και η μεγαλειότητα μου κάτι τις θα σας αναβαθμίσω από ‘αναγνωστικόν κοινόν’ σε ‘ κριτικούς λογοτεχνίας’ πρωτού το στείλω συστημένο στο Πατάκη. Αυτά δια την ώρα, καλή πρωία, καλή βδομάδα.

''…….Τότε είδα έναν που παρασκεύαζε μαλλί της γριάς. 'Εριχνε ζάχαρη μέσα εις τον κύλινδρον και τον γυρνούσε με γρήγορας κινήσεις, ως να εζωγράφιζε εις τον αέραν, κι ήτο εν πράμα ωσάν σύννεφο μικρό περασμένο εις το καλαμάκι, έλεγες άμα βάλω κι αστέρια τριγύρω θα έχω ένα σύμπαν εκ σακχάρεως, οπότε και αγόρασα εν. Άπλωσα την χείραν μου και του έδωσα τα λεφτά, κι αυτός είπε: «'Ελα ένα μαλλάκιιι για το 'αγοράκιι», και, όπως μου το φερε εμπρός εις το πρόσωπον με πήρε η μυρουδιά η λιγωτική και με ζάλισε η γλυκύτης. Το έφαγα λαχταριστά έφαγε ολίγού η μύτη, επήγε και εις τα μαλλιά, κι έγινε τελικός μαλλί νεαρού ομού μετά μαλλιού γραίας.…………………..
Έφθασα εμπροστά κι είδα τριγύρω τον κόσμον εις ημικύκλιού και εις την μέσην εν τύπον απίστευτον.'Ητα κοντός, όχι πολύ, αλλά και ψηλόν δεν Θα τον έλεγες, πολύ αδύνατος έως ξερακιανός, με δέρμα μαυριδερό έως σκούρο. Είχε εν μουστάκι μαύρο και το μαλλί του έχομε κύματα κι έλαμπε εκ της μπριγιαντίνης. Οι χείρες του ήσαν αποστειρωμένες αποστεωμένες κι ενθυμούμαι ότι είχε εις το στόμα δύο δόντια χρυσά, που έλαμπαν κάθε που το ήνοιγε να μιλήσει. Κρατούσε ανά χείρας εν κλαρίνο, μαύρο αλλά και με κουμπιά γυαλιστερά ωσάν τα δόντια του, που στραφτοκοπούσαν όπως έπεφταν τα φώτα από τριγύρω και το φεγγάρι από ψηλά.Εγελούσε συνέχεια, κι ας είχε μια νευρικότης, που την εκατάλαβα διότι έγλειφε διαρκώς τα χείλη του - αν και αργότερα έμαθα ότι αυτό είναι συνήθεια εις αυτούς που παίζουν πνευστά όργανα, να υγραίνουν το στόμα ώστε να μην τσούζει διαρκούντος του παιξίματος.…………………
Ο ανωτέρω αναφερόμενος έβηξε μία, δύο, και ύστερα έγλειψε τα χείλη πάλι μία, δύο, έσιαξε τα πέτα νευρικά χι ύστερα ξεκίνησε λέγων: «Την προσοχή σας, παρακαλώ, ένα λεπτό διά τον καλλιτέχνη...», και κάποιος τον διέκοψε: «Άντε, ρε Λούτσιο, ρίχ' τα επιτέλους». Κι ο Λούτσιο, που δεν ελέγετο έτσι, Θέλησε αμέσως να διορθώσει το λάθος διευκρινίζων: «Λουτσιάνο, παρακαλώ, βέρος Ιταλός, εκ Νεαπόλεως ορμώμενος, ήρθα μία τουρ εδώ εις την Γκρέτσια εφέτος περ κονοσέρε, να γνωρίσω δηλαδή, αλά κουέστο ποπουλατσιόνε, εις τον ενθάδε ντόπιον πληθυσμόν, ιλ μίο ταλέντο, την μουσική μου δεινότης! Θα σας απαγγείλω» συνέχισεν ο Λουτσιάνο «ένα πρόσφατο δείγμα ντάλα μία ποεζία, της ποίησής μου, που έγραψα στα πλοίον καθώς αριβάριζα για εδώ. Παρακαλώ μόνον ησυχία, για να ακούσετε την ποίηση, τη γλώσσα τη μαγική, που μόνο με το μιράκολο της μούζικα μπορεί να συγκριθεί. Γιατί ιλ σιγκρουατσιόνε ετούτη, η σύγκριση αυτή, Θα τις βγάλει και τις δυο ισοπόλε, δηλαδή ισόπαλες...» - και κοίταξε γύρω διά να ιδεί τι αντίκτυπον είχαν τα λεγόμενά του.«Παίξε κλαρίνο, ρε» φώναξε κάποιος, κι ύστερα μια γυναίκα τσίριξε δυνατά λέγουσα: «Α να χαθείς, βρε αλήτη», και εκαταλάβαμε όλοι τι είχε συμβεί, κι ο Λουτσιάνο
είπε:
«Ψυχραιμία, περ φαβόρε, ηρεμήστε κι οι άντρες να πάνε μόλτο στριμόκωλο αλά ντόνε, πιο κοντά στις γυναίκες τους, καπίσκι, ε;», κι όταν το πλήθος υπάκουσε κι όλα τα ζεύγη εκόλλησαν ο εις επάνω εις τον άλλον, τότε ο Λουτσιάνο μάς προέτρεψε: «Τώρα ακούστε!». 'Εβηξε μία, δύο, έγλειψε τα χείλη κι ύστερα απήγγειλε με φωνήν < πασιονάρε, ρομανσερί» τον πρώτο στίχο του δράματος που ισχυρίζετο ότι είχε συγγράψει ο ίδιος:
Περπατούσαμε στην άμμο
Και σου είπα εγώ: «Ti amo»
Κι εσύ νόμισες « Τι άμμο !» έ
χει ετούτη η αμμουδιά!
Μικρά σιωπή, ίσα για να καταλάβουμε το νόημα, και μετάΚι έτσι άρχισ' ένα αμόρε Και μου έκανες το ονόρε Να μου δώσεις ουν μπατσιόνε Δίπλα εκεί στην αμμουδιά!'Ύστερα συνέχισε: «Εδώ να διευκρινίσω ότι "μπατσιόνε" είναι το φιλί ιταλιστί, εκ του ιταλικού "μπατσιώνω", "μπατσιώνομαι", και παρακαλώ μην το παρεξηγήσετε, καθότι σημαίνει ουχί αυτό που Θα ενόμιζε ο 'Ελλην, δηλαδή ρίχνω σφαλιάρα, φούσκο γερό, αλλά το εναντίον, πλακώνομαι στα φιλιά., φιλάχια, ματς μουτσ;, και σταματώ εδώ, λόγω τα ανήλικα που είναι παρόντες». Μ' αυτό το τελευταίο μού έριξε μια ματιά γρήγορη, αλλά εγώ διόλου δεν εντράπηκα. Κι άμα ο Λουτσιάνο είδε ότι ουδείς έτερος εντράπη, εσυνέχισε το ερωτικό δράμα ως εξής, απαγγέλλων:
Όμως είχες χι άλλο αμόρε
Και μου έστειλε ο σινιόρεΤάγμα από καραμπινιόρε
Πάνω εκεί στην αμμουδιά.Τότε είπα: «Ω, σινίόρο...
(και εις το σημείο τούτο ήρχισεν ο Λουτσιάνο σταυροκοπούμενος, και τον ηκολούθησαν εις αυτό και μερικοί θρησκευτικοί θεοσεβούμενοι εκ του πλήθους)...
Σώσε με απ' τον Τροβατόρο>>
Κι ανέβηκα εις το παπόροΠου επέπλεε παρέκεί...Κι έτσι εσώθηκα>
δήλωσε ο Λουτσιάνο χαμογελών, λες και προ ολίγου είχε κινδυνεύσει ο ίδιος και μόλις είχεν σωθεί φθάσας ως εμάς με το παπόρο, και έτι χαμογελών είπε: «Και τώρα το ερωτικόν δράμα που μόλις αφηγήθηκα μεταφρασμένον εις μουσικήν...>>.'Εθεσε την άκρη του κλαρίνου εις το στόμα του με τόσην τρυφερότης, εστάθη δι' ολίγον ακίνητος χι ύστερα φύσηξε τας πρώτος νότας, και τότε ένιωσα εν αεράκι να περνά ανάμεσά μας, ωσάν χέρι αόρατο που σ' αγγίζει εις τον ώμον και χαρίζει απλόχερην δροσιά μέσα εις την κάψαν του Θέρους.¨
(απόσπασμα απο 'το χρονικό ενός αδικημένου ποιητή', Αστέριου Τσίκρα, εκδ. Πατάκη 2006)

Friday, February 2, 2007

Intoduction (εισαγωγή)

Αγαπητοί μου bloggers και αγαπημένα μου ‘contacts’ εν είδη ‘επαφές’ αποφάσισα το λοιπόν από σήμερα να επεκταθώ στο χώρο της δημοσιότητας, καθότι οι αλλεπάλληλες εκκλήσεις σας και παρακλήσεις και παρεκκλίσεις άμα θέλετε, με ανάγκασαν να ανοίξω αυτό το blog. Από σήμερα λοιπών, και λόγω των εγκαινίων του καινούριου αυτού blog, αποφάσισα να σας αναβαθμίσω από ‘επαφές’ εις αναγνωστικόν κοινό, μερικούς βέβαια σας έχω αναβαθμίσει προ καιρού αλλά δια να μην παρεξηγηθούν οι καινούριοι bloggers, και έχουμε και ευτράπελα και ξέρετε πόσο απεχθάνομαι τοιαύτας μικρότητες…τους αναβαθμίζω και αυτούς με κάθε τιμή ενόψει πάντα των εγκαινίων μας.

Αναγνωστικόν μου κοινό, λοιπόν,
Για σήμερα , μέρα που είναι χρονιάρα, θα είμαι σύντομη και περιεκτική. Και αυτό όχι για να μην σας κουράσω αλλά γιατί μέχρι να βρω όνομα για το blog και να προσαρμοστώ στο νέο (εκδοτικό μου) περιβάλλον πιάστηκε ο ποπός μου στη καρέκλα του σκηνοθέτη όπως επίσης και η πλάτη μου. Για το δεύτερο υπάρχει λύση βέβαια, ο άντρας στο διπλανό δωμάτιο με ένα χαλαρωτικό μασάζ ή ακόμα και ένα χαμάμ στα γειτονικά πομακοχώρια, αλλά το πρόβλημα είναι πως ο άντρας στο διπλανό δωμάτιο δεν το παίρνει ποτέ απόφαση να μου κάνει μασάζ, όσο για τα γειτονικά πομακοχώρια μέχρι να οδηγήσω ως εκεί θα έχει πιαστεί και το υπόλοιπο σώμα μου. Και η Ιταλία γείτονας χώρα είναι..
Αυτά λοιπόν για σήμερα
Σας ασπάζομαι και σας καλωσορίζω
d@fni.